weight lost and walking

Monday, February 23, 2009

Heads or Tail (Case)

I decided to play Heads or Tail and this week theme is Case or anything that Rhymes With Case Next time around it is “Getting there”

Most of words are Greek and or Latin. So just in case I decide to find the translation of Case.

Latin and there a lot of them.
amplio -are [to enlarge , increase, magnify]; legal, [to adjourn a case].
capsa -ae f. [a box or case , esp. for books].
casus -us m. [a falling , fall]. Transf.: (1) [what befalls, an accident, event, occurrence]. (2) [occasion, opportunity]. (3) [destruction, downfall, collapse]; and, in gen., [end]. (4) in grammar, [a case].
causa (caussa) -ae f. [a cause] , in all senses of the English word. (1) [a reason, motive, pretext]. (2) [interest]; abl., causa, [on account of, for the sake of], with genit., mea, etc. (3) [a case at law, law-suit, claim, contention]; 'causam dicere', [to plead]. (4) [situation, condition, case].
causula -ae f. [a little cause or case].
dativus -a -um [to do with giving]; '(casus) dativus' , [the dative case].
elogium -i n. [a short saying , maxim; an inscription]; esp. on a gravestone, [epitaph]; [a clause in a will, codicil; a record of a case].
exceptio -onis f. [exception , restriction, limitation]; esp. [an exception by the defendant to the plaintiff's statement of a case].
genetivus -a -um [inborn , innate]; 'nomina', [family names]; 'casus', [the genitive case].
in prep. (1) with acc. , [into, on to, towards, against]; of time, [until]; 'in omne tempus', [for ever]; 'in diem vivere', [to live for the moment]; of tendency or purpose, [for]; in adverbial phrases, indicating manner or extent: 'in universum', [in general]; 'in vicem', 'in vices', [in turn]. (2) with abl., [in, on, among]; of time, [in, at, within]; of a person, [in relation to, in the case of].
ops opis f.: in nom. sing. , [the goddess of abundance]; other cases opem, opis, ope, [might, power, esp. power to aid; help, support]; plur. opes, [resources, means, wealth].
scrinium -i n. [a case for books or papers].
sic [so , thus, in this way; like this, as follows; in that case, with this limitation]; leading up to consecutive clause, [so much, to such a degree]; interrog. sicine, [it is thus that?].
theca -ae f. [a case , envelope, covering].
vagina -ae f. [a scabbard , sheath, case; the husk of grain].

Now for little Greek.

ουσ. περίπτωση: it's a clear case of blackmail είναι ολοφάνερη περίπτωση εκβιασμού # κατάσταση (πραγμάτων) γεγονός: if that is the case, we must react at once αν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει να αντιδράσουμε αμέσως # φορά, "περίπτωση": in most cases.. τις πιο πολλές φορές.. # (για νοσήματα:) κρούσμα, περιστατικό: it's a case of typhoid πρόκειται για κρούσμα τύφου § this patient is a rare case ο ασθενής αυτός είναι σπάνιο περιστατικό # θέμα, υπόθεση: case of murder υπόθεση δολοφονίας # (δικαστική) υπόθεση: the case will be heard in court tomorrow η υπόθεση θα εκδικασθεί αύριο # επιχειρηματολογία, επιχειρήματα: the case against the abolition of the death penalty τα επιχειρήματα εναντίον της κατάργησης της θανατικής ποινής # θήκη, περίβλημα: jewel case θήκη κοσμημάτων # κιβώτιο, κασόνι: packing case κιβώτιο συσκευασίας # προθήκη: the exhibit is displayed in a glass case το έκθεμα επιδεικνύεται σε γυάλινη προθήκη # επένδυση, περίβλημα: pillow-case μαξιλαροθήκη # (για πρόσωπα:) ιδιάζουσα περίπτωση, μυστήριος ή ιδιόρρυθμος τύπος: he's a nut case ιδ. είναι για δέσιμο # γραμμ. πτώση: nominative case ονομαστική πτώση # ΦΡ. case history / record ιστορικό (ασθενούς) § case in point 1. προκείμενη περίπτωση, προκείμενο: case in question προκείμενο θέμα > 2. παράδειγμα (εν προκειμένω) § case-law νομ. νομολογία § as the case may be 1. ανάλογα με την περίπτωση > 2. νομ. κατά περίπτωση § door case κάσα πόρτας, θύρωμα § facts of a case νομ. περιστατικά υπόθεσης § fly/wing-case εντομ. έλυτρο § get off my case! ιδ. παράτα με (ήσυχο)! § hear a case νομ. (εκ)δικάζω υπόθεση § in any case οπωσδήποτε, όπως και νά'χει, εν πάση περιπτώσει § in case of.. κατά το ενδεχόμενο.., σε περίπτωση..: in case of contigency σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης § in that case εν τοιαύτη περιπτώσει, στην περίπτωση αυτή, οπότε, τότε: in that case I shall be forced to.. στην πείπτωση αυτή θα υποχρεωθώ να.. § in this / the present case στην παρούσα ή προκείμενη περίπτωση § leading case νομ. δίκη ή υπόθεση δημιουργούσα προηγούμενο § lower case τυπ. (κάσα για) πεζά στοιχεία § meet the case ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις της περίστασης § moot case αμφιλεγόμενη περίπτωση § oblique case γραμμ. πλάγια πτώση § open-and-shut case ξεκαθαρισμένη υπόθεση § parties to a case νομ. διάδικοι § sit on a case νομ. συνεδριάζω προς εκδίκασιν υποθέσεως § state the case νομ. εκθέτω τα περιστατικά § straw case "ψάθα" (πλέγμα) που περιβάλλει φιάλη § terminal case ιατρ. ασθενής προσβεβλημένος από θανατηφόρο ασθένεια § test case νομ. υπόθεση ή δίκη που δημιουργεί προηγούμενο § upper case τυπ. (κάσα που περιέχει) κεφαλαία τυπογραφικά στοιχεία

See what I do when I’m tired


  1. WOW! What a lot of work that was!!! YAY for you! :)

  2. Wow - that's one big case!

  3. It's always fun to find out where the words we use everyday come from . Great job!

    Tabbikat's Thoughts

  4. WOW! That looks like it was a lot of work. What a great post!

  5. It's all Greek to me! Well, half of it anyway.


I always felt free to let people comment as they see fit. If you have any desire to leave a comment that is spam or to exploit others.
If you have the need to express your self here and can only use swear words please keep in down to bare minimal.
please leave my blog and no need to come back.
If some reason you can not follow these simple request I will remove your post.
All others are welcome